Η βιβλική ιστορία της γυναίκας του Λωτ αποτελεί ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα συμβολικό αφήγημα γύρω από την ανθρώπινη δυσκολία αποχωρισμού. Καθώς ο Λωτ και η οικογένειά του εγκαταλείπουν τα Σόδομα πριν από την καταστροφή τους, λαμβάνουν την εντολή να φύγουν χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Η γυναίκα του Λωτ στρέφει το βλέμμα της προς την πόλη και μετατρέπεται σε στήλη άλατος. Αντί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως πράξη ανυπακοής, η σκηνή μπορεί να ιδωθεί ως αλληγορία της ψυχικής προσκόλλησης σε ένα παρελθόν που, αν και καταρρέει, παραμένει οικείο. Ίσως να είναι πένθος ή μια τελευταία προσπάθεια να κρατηθεί από έναν κόσμο που - όσο διεφθαρμένος κι αν ήταν - της παρείχε ταυτότητα, οικειότητα, μνήμη, ρίζες. Αν σταθούμε λίγο περισσότερο, αναδύεται ένα βαθιά ανθρώπινο ερώτημα: Πόσο εύκολο είναι πραγματικά να φύγεις χωρίς να κοιτάξεις πίσω; Τι αφήνουμε πίσω όταν αλλάζουμε; Και τι από αυτά είμαστε έτοιμοι να αποχωριστούμε;
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, το κοίταγμα προς τα πίσω μπορεί να κατανοηθεί ως αδυναμία αποχωρισμού από εσωτερικευμένα αντικείμενα. Η θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων υπογραμμίζει ότι ο ψυχισμός συχνά προσκολλάται σε γνώριμα εσωτερικά σχήματα, ακόμη κι αν είναι επώδυνα, επειδή προσφέρουν αίσθηση συνέχειας και συνοχής (Kernberg, 2016). Πόσες φορές δεν βλέπουμε ανθρώπους να επιστρέφουν σε σχέσεις, ρόλους ή αφηγήσεις που τους πλήγωσαν, όχι επειδή αγνοούν τον πόνο, αλλά επειδή φοβούνται το κενό που αφήνει η απώλεια;
Η υπαρξιακή ψυχολογία προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η φυγή από τα Σόδομα δεν είναι απλώς μια πράξη σωτηρίας· είναι μια υπαρξιακή τομή. Η αλλαγή απαιτεί την ανάληψη ευθύνης για το άγνωστο, για ένα μέλλον χωρίς εγγυήσεις. Σύγχρονες υπαρξιακές προσεγγίσεις επισημαίνουν ότι το άτομο συχνά προτιμά τη γνωστή δυστυχία από την αβέβαιη ελευθερία, επειδή η δεύτερη απαιτεί ενεργό νοηματοδότηση (van Deurzen & Adams, 2016). Μήπως τελικά δεν φοβόμαστε τόσο αυτό που αφήνουμε πίσω, όσο αυτό που θα χρειαστεί να γίνουμε μπροστά;
Από γνωσιακή σκοπιά, το βλέμμα προς τα πίσω θυμίζει το μηρυκασμό: την επαναλαμβανόμενη, άκαρπη ενασχόληση με ό,τι δεν μπορεί πια να αλλάξει. Η έρευνα δείχνει ότι αυτή η προσκόλληση στο παρελθόν συνδέεται με ψυχική ακαμψία και δυσκολία προσαρμογής στο παρόν (Watkins, 2018). Πότε η μνήμη λειτουργεί ως γέφυρα και πότε μετατρέπεται σε βάρος; Και πώς καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πάψει να θυμόμαστε και απλώς ανακυκλώνουμε; Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι και η τραυματοκεντρική ανάγνωση. Άτομα με ιστορικό σύνθετου τραύματος συχνά διατηρούν συναισθηματικό δεσμό με τραυματικά περιβάλλοντα, όχι επειδή τα εξιδανικεύουν, αλλά επειδή εκεί έμαθαν να επιβιώνουν (Herman, 2023). Το παρελθόν, ακόμη κι όταν καταρρέει, παραμένει προβλέψιμο. Και η προβλεψιμότητα, όσο επώδυνη κι αν είναι, μοιάζει συχνά πιο ασφαλής από την αλλαγή.
Η στήλη άλατος δεν είναι, λοιπόν, απλώς τιμωρία. Είναι εικόνα ακινησίας. Είναι το σώμα που παγώνει τη στιγμή που η ψυχή δεν αντέχει να αποχωριστεί. Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, το ζητούμενο δεν είναι να μη «κοιτάμε ποτέ πίσω», αλλά να μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να παραλύουμε. Να θυμόμαστε χωρίς να καθηλωνόμαστε. Να πενθούμε χωρίς να χανόμαστε μέσα στη μνήμη. Ίσως τελικά το πιο δύσκολο δεν είναι να φύγεις. Είναι να αντέξεις να προχωρήσεις χωρίς να χρειάζεται να κοιτάς πίσω για να υπάρξεις.
Βιβλιογραφία
Herman, J. L. (2023). Trauma and recovery (3rd ed.). Basic Books.
Kernberg, O. F. (2016). Borderline personality disorder and borderline personality organization. American Psychiatric Publishing.
van Deurzen, E., & Adams, M. (2016). Skills in existential counselling & psychotherapy (2nd ed.). Sage.
Watkins, E. R. (2018). Rumination-focused cognitive-behavioral therapy for depression. Guilford Press.